ἄοζος

ἄοζος
Grammatical information: m.
Meaning: `servant (of a god)' (A. Ag. 231 ). ἄοζοι ὑπηρέται, θεράποντες, ἀκόλουθοι H.
Other forms: ἄζος = θεράπων or θεράπαινα Seleucus et Gloss. ap. Ath. 6, 267c = Eust. 1024, 44 and 1090, 56.
Dialectal forms: Myc. aozejo prob. not here.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: In the same sense ὄζος in epic ὄζος Ἄρηος, if = θεράπων Ἄ., cf. ὀζεία (cod. ὀζειέα) θεραπεία H. This ὄζος is considered to be identical with ὄζος `branch', as did the ancients: ὁ κλάδος τοῦ πολέμου H. Modern scholars take it as `sprout', but DELG notes that ὄζος does not have this meaning. Nevertheless one assumes the same etymology: *o-zd-o-, i.e. prefix o- and zero grade of sed- `sit (down)', so orig. `comes, companion'; not very convincing. ἄ-οζος could have α copulativum, perhaps under influence of ἀοσσέω (q. v.), ἄοσσος. Brugmann IF 19, 379 against Schulze Q. 498, who explains ἄοζος from *ἀ-σοδ-ι̯ο-ς, from ὁδός, what Frisk and DELG do not reject. - Fur. 341 cites the form ἄζος, and concludes from α\/ο that the word is Pre-Greek. He assumes (374) with Frisk that ἄοζος has a secondary α copulativum, which is uncertain, however; it could be a real Pre-Greek prothesis.
Page in Frisk: 1,116

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄοζος — with no masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άοζος — (I) ἄοζος, ο (Α) θεράπων, υπηρέτης, ακόλουθος, ειδικά αυτός που προσφέρει υπηρεσίες σε ναό. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για μεταομηρικό επιτατικό τ. του όζος «κλάδος, βλαστός γόνος, σύντροφος» με α αθροιστικό, πιθ. από επίδραση του ρ. αοσσέω «βοηθώ» κατ… …   Dictionary of Greek

  • ἀόζοις — ἄοζος with no masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀόζους — ἄοζος with no masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄοζοι — ἄοζος with no masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄοζον — ἄοζος with no masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άζος — Μυθολογικό πρόσωπο. Ιδρυτής της φρυγικής πόλης Αζείας, κοντά στην Τροία. Ο Ά. έφερε στους Τρώες το Παλλάδιον, ξύλινο ομοίωμα της Παλλάδας, που είχε την ιδιότητα να προστατεύει την πόλη από τους εχθρούς της. Αργότερα, οι κάτοικοι της πόλης… …   Dictionary of Greek

  • όζος — (I) ο (Α ὄζος και αιολ. τ. ὔσδος) 1. το σημείο τού στελέχους τού φυτού από όπου εκφύεται το φύλλο ή το κλαδί, αλλ. κόμβος, γόνατο 2. κλαδί, κλωνάρι, βλαστός 3. άγονος οφθαλμός ή κόμβος, οφθαλμός φυτού ο οποίος δεν βλάστησε («τυφλοὶ ὄζοι», Θεόφρ.) …   Dictionary of Greek

  • όζω — (Α ὄζω και δωρ. τ. ὄσδω) 1. αναδίδω δυσοσμία, μυρίζω άσχημα, βρομάω («ὄζειν κακὸν τῶν μασχαλῶν», Αριστοφ.) 2. μτφ. αφήνω να διαφαίνεται, παρέχω την αίσθηση, υπενθυμίζω (ὄζειν... καλοκαγαθίας», Ξεν.) (μσν αρχ.) 1. ευωδιάζω, αποπνέω ευχάριστη οσμή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.